Η αναγκαιότητα ομαλής μετάβασης στο νέο καθεστώς τήρησης αρχειακού υλικού και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί «πονοκέφαλο» και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε διαφορετική κλίμακα από τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Η ΓΣΕΒΕΕ (Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος) επισημαίνει ότι για τις μικρές επιχειρήσεις αυτή η αναγκαιότητα είναι ακόμη πιο επιτακτική, καθώς τόσο το υψηλό και δυσανάλογο κόστος συμμόρφωσης, που προκύπτει όσο και το ελλιπές πλαίσιο ενημέρωσης και η αγοραία εκμετάλλευση της άγνοιας τις καθιστά πιο ευάλωτες σε σχέση με τις επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους.

«Η ΓΣΕΒΕΕ και το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Εταιρειών Κινητών Εφαρμογών Ελλάδος (ΣΕΚΕΕ) και με τη συνδρομή της εταιρείας KapaResearch διεξήγαγε έρευνα στις μικρές επιχειρήσεις σχετικά με την εφαρμογή του Νέου Κανονισμού, τα πορίσματα της οποίας είναι ενδεικτικά του φόβου και της σύγχυσης που έχει δημιουργηθεί από την έλλειψη ενημέρωσης και κατευθυντήριων γραμμών» επισημαίνει η Γενική Συνομοσπονδία.

Άλλωστε, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση Βιοτεχνικών και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (UEAPME), όσο και ισχυρές περιφερειακές οργανώσεις, όπως η PIMEC (της περιφέρειας της Καταλωνίας, στην Ισπανία) έχουν επισημάνει τα προβλήματα, που δυνητικά θα προκύψουν από την εφαρμογή του νέου Κανονισμού στις μικρές επιχειρήσεις, εξ αιτίας του αυστηρού αλλά συγχρόνως και ασαφούς πλαισίου σχετικά με τις υποχρεώσεις που αυτές έχουν προκειμένου να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις και τα υψηλά κόστη συμμόρφωσης.

Η ΓΣΕΒΕΕ καταθέτει ένα πλέγμα προτάσεων που θα προασπίζουν:

  • Την ίση μεταχείριση και προστασία πολιτών και επιχειρήσεων
  • Τη διαφάνεια και τη λογοδοσία
  • Τους ίσους όρους ανταγωνισμού
  • Την αναπαραγωγή της πραγματικής οικονομίας, χωρίς επιπρόσθετα κόστη

Πιο συγκεκριμένα, η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει:

  • Τη δημιουργία ενός μηχανισμού υποστήριξης επιχειρήσεων για τη σταδιακή προσαρμογή τους στο νέο Κανονισμό (ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας)
  • Την ανάληψη ενημέρωσης των μικρών επιχειρήσεων από τις μονάδες των συλλογικών φορέων και υπηρεσιών που διαθέτουν, χωρίς κόστος
  • Την έκδοση ενός οδηγού, που θα περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις των επί μέρους κλάδων για την ορθή τήρηση του αρχείου (πχ επιχειρήσεις εστίασης/κέντρα αθλητισμού, κέντρα περιποίησης, συνεργεία, καταστήματα που ασκούν ηλεκτρονικό εμπόριο κ.α.)

Σε αυτήν την προσπάθεια απαιτείται η κοινή δράση συλλογικών φορέων, εκπροσώπων κοινωνικών εταίρων και δημόσιων υπηρεσιών προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν τα κόστη συμμόρφωσης και να μεγιστοποιηθεί ο βαθμός συμμόρφωσης και να διαφυλαχθεί η αξία του νέου κανονισμού.

Άγνοια επικρατεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Τα συμπεράσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε το διάστημα από 15 έως 21 Μαΐου 2018 σε δείγμα 1.004 επιχειρήσεων καταδεικνύουν ότι:

1) 1 στις 3 επιχειρήσεις δε γνωρίζει αν έχει υποχρέωση δήλωσης στην Αρχή προστασίας Προσωπικών δεδομένων σχετικά με τα αρχεία που τηρεί για τους πελάτες (για το προσωπικό το ποσοστό ανέρχεται στο 39%)

2) το 43% των επιχειρήσεων δε γνωρίζει τίποτα σχετικά με το νέο Κανονισμό προστασίας προσωπικών δεδομένων, ενώ 1 στις 3 απλά έχει ακούσει σχετικά. Μόνο στις 1 στις 4 επιχειρήσεις δηλώνουν ότι γνωρίζουν για το Νέο Κανονισμό.

3) το 47% των επιχειρήσεων δε γνωρίζει ποιες είναι οι υποχρεώσεις της επιχείρησης σχετικά με την τήρηση του Νέου Κανονισμού, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό αδυνατεί να προσδιορίσει επακριβώς την υποχρέωση που έχει για την απρόσκοπτη τήρηση των αρχείων.

4) 4 στις 5 επιχειρήσεις δεν έχουν προβεί σε καμιά ενέργεια για να προετοιμαστούν εσωτερικά για το νέο κανονισμό, ενώ το 82% δε διαθέτει ένα σχέδιο έκτακτης δράσης για την παραβίαση των δεδομένων.

5) Το 80% των επιχειρήσεων που τηρούν αρχεία, τα έχουν καταχωρημένα σε ηλεκτρονική μορφή (κυρίως σε υπολογιστικές μονάδες εντός της επιχείρησης). Είναι χαρακτηριστικό ότι 1 στις 6 επιχειρήσεις δεν έχει ορίσει κανένα υπεύθυνο για την τήρηση αυτών των αρχείων.

6) Ενδεικτικό της σύγχυσης και της ευαλωτότητας των μικρών επιχειρήσεων είναι το γεγονός ότι για πάνω από 1 στις 5 επιχειρήσεις έχει δεχτεί κρούση για να καλύψει την υποχρέωση συμμόρφωσης αγοράζοντας υπηρεσίες συμβουλευτικής από ιδιωτικούς παρόχους, οι οποίες υπερβαίνουν τα 1,000 € ετησίως. Αν ισχύσει αυτή τιμή ως τιμή ισορροπίας στην αγορά, η συντριπτική πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων θα αδυνατεί να ανταποκριθεί και ένα ποσοστό αυτών ενδεχόμενα εισέλθει στον άτυπο τομέα της οικονομίας για να αποφύγει ένα επιπρόσθετο βάρος (58% δεν μπορεί να αναλάβει αυτό το κόστος προσαρμογής – συμμόρφωσης).

7) Σε αντιδιαστολή με την καταγεγραμμένη έλλειψη γνώσης και πληροφόρησης, η πλειονότητα των επιχειρήσεων ανησυχεί για την τήρηση του κανονισμού (55%) και φοβάται ότι ενδεχόμενα θα γίνει αποδέκτης κάποιας ποινής ή προστίμου (58%).

8) Αξιοσημείωτη είναι η άποψη, που εκφράζει ο κόσμος της επιχειρηματικότητας σχετικά με τους χαμένους και κερδισμένους, που θα προκύψει ως έμμεση απόρροια της εφαρμογής του Νέου Κανονισμού. Το 68% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι εξυπηρετεί τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών προστασίας δεδομένων, ενώ το 69% ότι λειτουργεί εις βάρος των μικρών επιχειρήσεων.

9) Ως προς τον ενδεδειγμένο και πιο αξιόπιστο τρόπο ενημέρωσης, φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις εμπιστεύονται τους άμεσους συνεργάτες τους αλλά και τους κοινωνικούς φορείς προκειμένου να λάβει κάποια πληροφορία επί του θέματος, ενώ αντίθετα πολύ χαμηλά ποσοστά καταγράφουν οι επαγγελματίες – σύμβουλοι της αγοράς και οι φορείς του δημοσίου. Εξ άλλου, 2 στις 3 επιχειρήσεις ενδεχομένως αναζητούσαν πληροφορίες από μια γραμμή δωρεάν ενημέρωσης.

10) Εκ μέρους των καταναλωτών, τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν μια ιδιαίτερη ανησυχία σχετικά με τη διαχείριση των προσωπικών τους στοιχείων. 3 στους 4 πολίτες ανησυχούν για την ασφάλεια των προσωπικών τους δεδομένων, ενώ οι δείκτες εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις επιχειρήσεις που συλλέγουν μαζικά τέτοια δεδομένα (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, μέσα δικτύωσης) είναι πολύ χαμηλός. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι τα στοιχεία που ανησυχούν λιγότερο τους πολίτες ότι μπορεί να βρεθούν εκτεθειμένα είναι η διεύθυνση και η ταυτότητα, γεγονός που σημαίνει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ότι φέρουν ελαφρύτερο βάρος διαχείρισης, σε σχέση με τις μεγαλύτερες.